Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για να μελετήσουμε την αρχαία τραγωδία από την γένεση ως την εξέλιξή της, θα πρέπει να διευκρινίσουμε τι είναι δράμα και κάτω από ποιες συνθήκες γεννήθηκε και αναπτύχθηκε. Αφού η τραγωδία είναι ένα από τα τρία είδη του δράματος –τα άλλα δύο είδη είναι η κωμωδία και το σατυρικό δράμα– η εξάπλωσή της βρίσκεται σε συνάρτηση με την αντίστοιχη του δράματος.
Ενώ στην αρχαϊκή εποχή οι Ανατολικές και Δυτικές χώρες του Ελληνικού κόσμου προκάλεσαν ζωηρή κίνηση σε διάφορα πεδία η μητροπολική Ελλάδα έμεινε πιο ήσυχη. Συντελέσθηκαν εξελίξεις όμως που οδήγησαν στην τελειοποίηση των δραματικών μορφών.
Επιχειρώντας να ανατρέξουμε στις απαρχές της γένεσης και των πρώτων σταδίων ανάπτυξης του δράματος ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα σημαντικό πρόβλημα, την έλλειψη άμεσων μαρτυριών. Την πρώτη μαρτυρία για την καταγωγή του δράματος βρίσκουμε στο έργο του Αριστοτέλη «Περί Ποιητικής» ο οποίος όμως απέχει από τα γεγονότα δύο αιώνες. Το κείμενο άρχισε να αμφισβητείται ήδη από την Ελληνιστική Εποχή. Μετά την είσοδο της επιστήμης της εθνολογίας η διαμάχη των μελετητών οδήγησε στη δημιουργία δύο σχολών:
«Αριστοτελική»: αποδέχεται πλήρως το κείμενο του Αριστοτέλη
«Αντιαριστοτελική»: βασίζεται στις εθνολογικές θεωρήσεις για την καταγωγή του δράματος από πρωτόγονες θρησκευτικές τελετές για την βλάστηση και την γονιμότητα.
Οι νεότερες μελέτες τείνουν να δώσουν περισσότερο βάρος στην αριστοτελική μαρτυρία προβάλλοντας ως βασικό επιχείρημα την χρονική εγγύτητα του φιλοσόφου, καθώς και το γεγονός ότι τα στοιχεία που επισημαίνουν οι εθνολόγοι δεν είναι αρκετά για να δικαιολογήσουν τη δημιουργία του δράματος.

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Σε μία εποχή, πριν από τις Διονυσιακές τελετές και το διθύραμβο, παρατηρούνται τελετές μαγικού και λατρευτικού χαρακτήρα. Αυτές οι πρώιμες εκδηλώσεις, οφείλονται στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει ή να επηρεάσει τα φυσικά φαινόμενα από τα οποία πίστευε ότι εξαρτιόταν και τα είχε θεοποιήσει. Σ' αυτήν την πρωτόγονη μορφή αναπαράστασης εντοπίζονται οι απαρχές του δράματος.
Ο όρος δράμα προέρχεται από το ρήμα δράω-ω που σημαίνει ότι γεννιέται ως δράση. Το δρω παίρνει και την σημασία του υπηρετώ με την ειδική έννοια "υπηρετώ την θεότητα". Μία τέτοια θρησκευτική χροιά που δίνεται στην αρχική σημασία του όρου δράμα ενισχύει την άποψη ότι προέρχεται από θρησκευτικές τελετουργίες.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα την προέλευση του δράματος, αναφέρουμε το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έκανε την εμφάνισή του. Παρ' όλες τις δωρικές επιδράσεις, γεννήθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. στην Αττική, τόπος που καλλιεργήθηκε συστηματικά και συνετέλεσε στην πολιτιστική ακμή του 5ου, του λεγόμενου "Χρυσού Αιώνα". Γεννήθηκε σε μία ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Οι δυσχέρειες καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη ανακατατάξεων ώστε να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Το δράμα αρχικά διαμορφώθηκε στους αγροτικούς δήμους της Αττικής και μεταφέρθηκε στο Άστυ. Εκεί μέσα σε δημοκρατικό κλίμα τελειοποιήθηκε και αργότερα έγινε θεσμός της Δημοκρατίας. Δίκαια λοιπόν ειπώθηκε ότι το δράμα είναι παιδί της Δημοκρατίας, γέννημα του διαλόγου και της ελευθερίας των ιδεών.
Το δράμα συνδέεται με την θρησκευτική λατρεία του θεού Διονύσου. Ήταν ένας θεός που συγχωνεύτηκε με τα ελληνικά έθιμα, και επικράτησε αποκτώντας οπαδούς, γιορτές και δικό του τραγούδι. Σ' αυτό το χορικό άσμα που ήταν αφιερωμένο στον Διόνυσο τοποθετούνται οι ρίζες του δράματος.
Τον 7ο αιώνα ο ποιητής Αρίωνας συνέθεσε διθυράμβους. Ο Διθύραμβος διαδόθηκε σε όλη την Αττική με γιορτές πάνδημες και επίσημες. Δημιουργήθηκαν τότε οι πρώτοι θίασοι με τους εθελοντές οι οποίοι με την χρήση της τρυγίας –κατακάθι του μούστου– μεταμφιέζονταν σε τράγους και χόρευαν τραγουδώντας το Διθύραμβο, που υμνούσε την ζωή και τους θριάμβους του Διονύσου.
Όμως το δράμα συνέχισε την εξελικτική του πορεία, με κορύφωση την έμπνευση του Θέσπη στα μέσα του 6ου αιώνα. Φορώντας ένα προσωπείο, μπήκε στο χορό και αντί να τραγουδά, άρχισε να απαγγέλλει, να αποκρίνεται με επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Αυτή η νέα ιδέα έγινε δημοφιλής στην Αττική και αποτέλεσε ορόσημο στην μετέπειτα θεατρική ιστορία της Ευρώπης. Ο Θέσπης δημιούργησε μονιμότερη ομάδα τον πρώτο περιοδεύοντα θίασο του κόσμου γνωστό με την ονομασία "Άρμα του Θέσπιδος".
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το δράμα είχε τις ρίζες του στις τελετές του Διονύσου, οι οποίες εκφράστηκαν περισσότερο από τα λαϊκά στρώματα. Οι λαϊκές τάξεις από πολύ νωρίς έκαναν ορχηστρικές εκτελέσεις ασμάτων που περνώντας μέσα από το λυρικό ή αφηγηματικό στάδιο, εξέφραζαν τα γνησιότερα μιμητικά μέσα και ταυτίστηκαν οι ερμηνευτές με τα δρώμενα. Με την αφομοίωση χαρακτηριστικών από επισημότερες τελετουργίες, εξελίχθηκε σε μία έξοχη μορφή τέχνης η οποία θεμελίωσε την πολιτιστική αναγέννηση της Αττικής.


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Η τραγωδία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αποτελεί εξέλιξη του διθυράμβου. Οι απόψεις για την καταγωγή της τραγωδίας είναι αντιτιθέμενες και εξακολουθούν να δίνονται διάφορες ερμηνείες. Οι δύο επικρατέστερες ότι τραγωδία σημαίνει ωδή των τράγων (ετυμολογία του όρου) ή ότι είναι χορικό άσμα με βραβείο έναν τράγο, δεν στηρίζονται σε αδιάσειστα επιστημονικά τεκμήρια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κατάγεται από το δράμα όμως η συζήτηση γύρω απ' αυτό το θέμα δεν έχει κλείσει ποτέ. Με τον Αρίωνα και τον Θέσπη είχε ήδη γίνει το πρώτο βήμα από το διθύραμβο στην τραγωδία.
Ο Αριστοτέλης, στην Ποιητική του, καθορίζοντας τα ιδεώδη χαρακτηριστικά της τραγωδίας, δίνει τον εξής ορισμό: «Ἐστίν οὖν τραγωδία μίμησης πράξεως σπουδαίας καί τελεί¬ας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρίς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καί οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Η τραγωδία είναι μίμηση, ελεύθερη αναπαράσταση μίας αξιόλογης πράξης, η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μελωδίας. Όλα όμως αυτά τα στοιχεία δεν είναι τυχαία και ανομοιόμορφα διασκορπισμένα, αλλά ακολουθούν μία συγκεκριμένη αλληλουχία. Κυρίαρχο γνώρισμα είναι η δράση, δηλαδή δεν περιορίζεται στην απλή απαγγελία αλλά προχωρά στην μίμηση των ηρώων. Μέσα από τις καταστάσεις του ελέου και του φόβου, επέρχεται η κάθαρση, μία έννοια πολυσύνθετη και πολυδιάστατη. Σύμφωνα με την ευρύτερα παραδεκτή άποψη, η κάθαρση είναι η λύτρωση, η ψυχική ανακούφιση στην οποία φτάνουν οι θεατές με το να συμπάσχουν, να ταυτίζονται και να αγωνιούν για την τύχη των ηρώων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο των τραγικών ηρώων καθώς και των ίδιων των θεατών. Η κάθαρση αποτελεί τη γέφυρα για την μετάβαση από την άγνοια στην γνώση –και όχι στην γνώμη "δόξα" αλλά στην γνώση "επιστήμη" όπως έλεγε η Ρητορική και η Φιλοσοφία. Μέσα από την σύγκρουση με ανώτερες δυνάμεις και την ολοκληρωτική συντριβή δεν ακολουθεί ο εκφυλισμός της ψυχής αλλά αντίθετα η ηθική ελευθερία και η γενικότερη αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Τα θέματα της τραγωδίας αντλούνταν από τους μύθους. Ο χειρισμός τους όμως, από τον ποιητή εξέφραζε τα προβλήματα και τις ανησυχίες που απασχολούσαν την αθηναϊκή κοινωνία και που προέκυπταν από τον τρόπο οργάνωσης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης. Το υλικό της τραγωδίας, δηλαδή, προέρχεται από τον κοινωνικό προβληματισμό. Ο Vernant προσδιορίζει αυτόν τον προβληματισμό στην διαμάχη που βιώνει ο τραγικός ήρωας ανάμεσα στους άγραφους νόμους της θρησκευτικής παράδοσης και τους νέους κανόνες του δικαίου της πόλης.

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Ο Αριστοτέλης περιγράφει την τυπική διάρθρωση της τραγωδίας. Αυτή η μορφή αν και πλουτίστηκε με ορισμένες καινοτομίες, παρέμεινε σε γενικές γραμμές αναλλοίωτη. Τα μέρη της τραγωδίας χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, στα κατά ποσόν και στα κατά ποιον. Κατά ποσόν είναι τα εξωτερικά μέρη που υποδιαιρούνται σε επικά και λυρικά. Επικά είναι ο πρόλογος, τα επεισόδια και η έξοδος. Λυρικά είναι η πάροδος και τα στάσιμα. Ας εξετάσουμε αναλυτικότερα καθένα απ' αυτά.
Ο πρόλογος –πρώτος λόγος– είτε με την μορφή μονολόγου είτε με την διαλογική μορφή εισήγαγε τον θεατή στην υπόθεση της τραγωδίας. Τα επεισόδια είναι οι πράξεις που διαδραματίζονται ανάμεσα στους υποκριτές, μεταξύ τους ή με τον χορό. Ο θεμελιώδης ρόλος τους έγκειται στο ότι περιέχουν τις συγκρούσεις των προσώπων και έτσι προωθείται η δράση. Η έξοδος, το τελευταίο μέρος μίας τραγωδίας, έκλεινε με το εξόδιο άσμα του Χορού, καθώς αυτός αποχωρούσε από την σκηνή. Από τα χορικά μέρη, η πάροδος ήταν τραγούδι που έψελνε ο Χορός με την είσοδό του στην ορχήστρα. Εξυπακούεται ότι υπήρχε συγκεκριμένη ρύθμιση του βηματισμού και του σχηματισμού. Όταν ο χορός είχε μπει και είχε λάβει την θέση του στην ορχήστρα τραγουδούσε κάποιες ωδές, τα στάσιμα, τις οποίες συνόδευε με χορευτικές κινήσεις.
Τα κατά ποιον είναι τα εσωτερικά και ουσιαστικότερα μέρη της τραγωδίας. Τα δομικά αυτά μέρη της αναλύσεως, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης είναι ο μύθος, το ήθος, η λέξη, η διάνοια, το μέλος και η όψη. Ο μύθος είναι η ραχοκοκαλιά της τραγωδίας, αυτό που στο σύγχρονο θέατρο ονομάζουμε σενάριο, και ανεξάρτητα απορρέουν οι σκέψεις, ο ψυχικός κόσμος, και η αντίδραση του ήρωα στις όποιες περίπλοκες και αντιφατικές καταστάσεις. Η διάνοια ήταν οι ιδέες και τα επιχειρήματα των σκέψεων που εξέφραζε ο ήρωας για την ζωή. Λέξη ήταν τα λεκτικά στοιχεία, το κείμενο, τα μέτρα, οι ρυθμοί, οι εκφραστικοί τρόποι, το ύφος. Όσο για το μέλος, τα μουσικά στοιχεία, οι πληροφορίες είναι ελλιπείς. Η όψη ήταν το "φαίνεσθαι" της παράστασης, η λεγόμενη σκηνογραφία και η ενδυματολογία. Όλα αυτά τα μέρη ήταν καθοριστικά για την σκηνική αναπαράσταση μίας τραγωδίας. Το κάθε ένα λειτουργούσε συμπληρωματικά και όλα μαζί συναποτελούσαν την τραγωδία.


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

Η τυπική αρχιτεκτονική μορφή του αρχαίου θεάτρου είναι μεταγενέστερη. Τα πρώτα ελληνικά θέατρα ήταν υπαίθρια, αρχικά ένας κυκλικός χώρος, στον οποίο λατρευόταν ο Διόνυσος, και αργότερα όταν το κοινό αυξήθηκε, οι παραστάσεις γίνονταν στους πρόποδες βουνών.
Τα βασικά μέρη ενός αρχαίου θεάτρου είναι το κοίλο η ορχήστρα και η σκηνή. Κοίλο ήταν ο χώρος των θεατών. Τα καθίσματα που ονομάζονταν εδώλια, περιέβαλαν ημικυκλικά την ορχήστρα. Οριζόντιοι διάδρομοι, τα διαζώματα, χώριζαν το κοίλο σε 2-3 ζώνες, ώστε να εξασφαλίζεται η άνετη διακίνηση των θεατών, οι οποίοι με κλίμακες ανέβαιναν ψηλότερα. Τα σφηνοειδή τμήματα των εδωλίων λέγονταν κερκίδες. Η ορχήστρα είχε δύο εισόδους, τις παρόδους, και στο κέντρο υπήρχε ο βωμός του Διονύσου, η Θυμέλη. Από την δεξιά πάροδο έμπαιναν όσοι έρχονταν από την πόλη ή το λιμάνι, και από την αριστερή αυτοί που έρχονταν από τους αγρούς. Η σκηνή, ο χώρος που έπαιζαν οι υποκριτές ήταν ένα ξύλινο και αργότερα πέτρινο υπερυψωμένο οικοδόμημα. Παλιότερα σκηνή ήταν τα παρασκήνια, στα οποία ετοιμάζονταν οι υποκριτές. Όταν το πατάρι υψώθηκε, το ξύλινο ή μαρμάρινο δάπεδο ονομάστηκε λογείο.
Όπως ήταν φυσικό στο θέατρο γινόταν χρήση μηχανημάτων για να καλυφθούν οι ανάγκες του έργου. Ο χώρος που εμφανίζονταν οι θεοί ήταν το θεολογείο. Ο γερανός που χρησίμευε για να παρουσιάζει τους θεούς αιωρούμενους λεγόταν μηχανή ή αιώρημα. Ξύλινες πρισματικοί δοκοί, οι περίακτοι, άλλαζαν όποτε το απαιτούσε το έργο, το σκηνικό. Το εκκύκλημα, ένα είδος πλατφόρμας, παρουσίαζε τους νεκρούς, γιατί σπάνια γινόταν φόνος ή αυτοκτονία μπροστά στους θεατές. Με τις κλίμακες του Χάρωνα, οι νεκροί κατέβαιναν στον Άδη ή εμφανίζονταν στον πάνω κόσμο σαν φαντάσματα.


ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Ο «αγών» είναι η λέξη που εκφράζει περισσότερο το χα¬ρακτήρα του Έλληνα, όπως η λέξη «πειθαρχία» (disciplina) εκφράζει το χαρακτήρα του Ρωμαίου. Ο Γερ¬μανός διανοητής Ι. Μπούρκχαρντ ονόμασε τον Έλληνα «αγωνιζόμενο άνθρωπο» («Der agonale Mensch»). Όλα στη ζωή του Έλληνα ήταν αγώνας. Η πολεμική και η πο¬λιτική αναμέτρηση ήταν αγών. Αγών και η αθλητική ανα¬μέτρηση, αγών και η μουσική και ποιητική αναμέτρηση. Άρα και η παράσταση του δράματος ήταν αγών, δραμα¬τικός αγών.
Το δράμα γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Αττική από τη θρησκευτική λατρεία του θεού Διόνυσου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Ο Διόνυσος κυρίευε τον συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου και δημιουργούσε ένα αίσθημα απεριόριστης ελευθερίας, ξεπέρασε σε δημοτικότητα τους περισσότερους θεούς. Στην Αθήνα γίνονταν προς τιμή του τέσσερις γιορτές, όλες κατά τους χειμερινούς και εαρινούς μήνες:
«Κατ’ αγρούς Διονύσια» κατά το μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριος -Ιανουάριος)
Τα «Λήναια» κατά το μήνα Γαμηλεώνα (Ιανουάριος - Φεβρουάριος)
Τα «Μικρά Διονύσια» κατά το μήνα Ανθεστηρίων (Φεβρουάριο - Μάρτιο)
Τα «Εν άστει» ή τα «Μεγάλα Διονύσια», κατά το μήνα Ελαφηβολιών (Μάρτιο -Απρίλιο).
Δύο απ’ αυτές δεν συνδέονται άμεσα με το δράμα: η «Κατ’ αγρούς Διονύσια» και τα «Μικρά Διονύσια». Εδώ ο Διόνυσος παρουσιάζεται ως θεός της βλάστησης ο οποίος εγγυάται γονιμότητα.
Tα «Εν άστει» ή τα «Μεγάλα Διονύσια» ήταν η πιο λαμπρή γιορτή, δεν γνωρίζουμε όμως από ποιόν και πότε καθιερώθηκαν. Η ονομασία δόθηκε κατά αναλογία προς τα αρχαιότερα τα κατ’ Αγρούς Διονύσια. Υπεύθυνος για την διοργάνωση τους δεν ήταν ο αρμόδιος για τα θρησκευτικά ζητήματα άρχων βασιλεύς αλλά ο κρατικός εκπρόσωπος στις μη θρησκευτικές υποθέσεις ο επώνυμος άρχων. Η γιορτή ήταν αφιερωμένη σε μια διονυσιακή λατρεία που είχε έρθει στο άστυ από την κωμόπολη Ελευθερές, στα αττικοβοιωτικά σύνορα. Η αναδιοργάνωση της οφείλεται πιθανότατα στον Πεισίστρατο.
Με την πολιτική ακμή της Αθήνας και την ανάδειξη της σε ελληνική υπερδύναμη η σημασία της γιορτής ξεπέρασε τα στενά τοπικά όρια και αυτό το οφείλει ως ένα μεγάλο βαθμό στις θεατρικές παραστάσεις. Τα εν Άστει Διονύσια τελούνταν στην αρχή της άνοιξης, αυτή την εποχή έστελναν τα μέλη της αθηναϊκής συμμαχίας την ετήσια εισφορά τους.
Τα Διονύσια ήταν μια εκδήλωση στην οποία συμμετείχε ενεργά μεγάλο τμήμα των ελευθέρων πολιτών αφού για τους περισσότερους αυτή η συμμετοχή αποτελούσε ίσως το κορυφαίο βίωμα όλης της χρονιάς. Έπαιρναν μέρος στις δραματικές παραστάσεις πάνω από 150 χορευτές και οι χορευτές της μιας χρονιάς ήταν θεατές την επόμενη και αντίστροφα.
Πριν από την έναρξη των Διονυσίων γινόταν, όπως υποθέτουμε, επίσημη παρουσίαση όλων των διαγωνιζομένων δραμάτων, δύο μέρες νωρίτερα στη γιορτή του Ασκληπιού –8 του Ελαφηβολίωνα σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιούνταν μια τελετή ο προάγων όμως οι λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας παραμένουν άγνωστες. Οι ποιητές που είχαν προκριθεί μαζί με το χορό και τους υποκριτές καθώς και με τον χορηγό που χρηματοδοτούσε την παράσταση, ανέβαιναν αλληλοδιαδόχως σε υπερυψωμένη εξέδρα και παρουσιάζονταν στο κοινό. Οι συντελεστές της παράστασης φορούσαν γιορτινά στεφάνια για να δείξουν ότι πρόκειται για ξεχωριστή μέρα.
Προτού αρχίσει η γιορτή εξασφαλιζόταν η παρουσία του θεού, σε ανάμνηση της αλλοτινής άφιξης του Διόνυσου από τις Ελευθερές στην Αθήνα γινόταν κάθε χρόνο η συμβολική αναπαράσταση του ταξιδιού του. Πιθανόν την παραμονή οδηγούσαν το λατρευτικό άγαλμα σε ένα ναΐσκο έξω από τα τείχη, στα βορειοδυτικά της πόλης και μετά τη δύση του ήλιου το έφερναν με τη συνοδεία πυρσών πίσω, στη μόνιμη του θέση στο ιερό κοντά στο θέατρο. Σ’ αυτή την τελετή έπαιρναν μέρος κατά κανόνα έφηβοι. Μόνο την επόμενη νύχτα διαδιδόταν στην πόλη η είδηση ότι εμφανίστηκε ο θεός και έτσι εγκαινιαζόταν μια σειρά από γιορταστικές εκδηλώσεις.
Η πρώτη μέρα άρχιζε με μια σημαντική λατρευτική πράξη, τη μεγάλη πομπή της θυσίας. Σ’ αυτήν έπαιρναν μέρος και γυναίκες που είχαν τη σπάνια ευκαιρία να βγουν από το σπίτι. Το αθηναϊκό κράτος θεωρούσε τη γιορτή κατάλληλη αφορμή για να υπογραμμίσει την ηγετική θέση του στην Ελλάδα με μία όσο το δυνατό εντυπωσιακότερη επίδειξη μεγαλείου. Οι επόμενες μέρες ήταν αφιερωμένες στο δράμα. Οι τραγικοί αγώνες όσο διεξάγονταν στα Διονύσια διαρκούσαν από τις 11 ως τις 13 του Ελαφηβολίωνα. Πριν από τις παραστάσεις τελούνταν θυσίες που υπογράμμιζαν τον θρησκευτικό χαρακτήρα της εκδήλωσης. Έπειτα ορίζονταν οι κριτές που έπρεπε, μετά το τέλος των παραστάσεων, να αξιολογήσουν τα έργα για λογαριασμό ολόκληρου του λαού. Όταν οι κριτές καταλάμβαναν τις ειδικές τιμητικές θέσεις τους μπορούσε να αρχίσει η παράσταση. Η σειρά εμφάνισης των διαγωνιζομένων καθοριζόταν με κλήρο και αυτό ίσχυε τόσο για τα δράματα όσο και για τους διθυράμβους. Με την ανάδειξη των νικητών του τραγικού αγώνα τελείωναν τυπικά τα Μεγάλα Διονύσια το βράδυ της πέμπτης ημέρας. Ακολουθούσε ακόμη μια συγκέντρωση γιατί προέβλεπε ο νόμος ότι η οργάνωση και η διεξαγωγή της γιορτής έπρεπε να εξεταστεί και να εγκριθεί από λαϊκή συνέλευση από τη μεριά των υπεύθυνων αξιωματούχων και των εκπροσώπων τους. Ως μέρα της λαϊκής συνέλευσης που έκλεινε τα Διονύσια προβλεπόταν από το νόμο η μέρα που ακολουθούσε τη γιορτή προς τιμή του Δία, τα «Πάνδια». Επιπλέον ο κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τυχόν επεισόδια που διατάραξαν την τάξη της γιορτής.


ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ

Ο κύριος συντελεστής μίας παράστασης ήταν ο ποιητής ο οποίος, τουλάχιστον στην αρχαιότητα, συγκέντρωνε στο πρόσωπό του το ρόλο του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, του σκηνογράφου, του ηθοποιού, του συνθέτη και του χορογράφου. Με άλλα λόγια ήταν ο μοναδικός οργανωτής και εκτελεστής της παράστασης. Όμως με τον πολλαπλασιασμό των παραστάσεων και την βαθμιαία αύξηση των υποκριτών που είχε ως συνέπεια την δημιουργία συντεχνίας ηθοποιών, οι παραπάνω ρόλοι ανατίθεντο σε διαφορετικούς συντελεστές.
Η ερμηνεία των θεατρικών ρόλων, είχε ανατεθεί σε επαγγελματίες ηθοποιούς. Η εμφάνιση των ηθοποιών στην σκηνή ήταν λαμπρή, μεγαλειώδης, όπως ταίριαζε και στους ρόλους αλλά και στον γενικότερο χαρακτήρα του θεάτρου του οποίου βασικό γνώρισμα ήταν η μεγαλοπρέπεια. Ο υποκριτής φορούσε προσωπείο και κουστούμι, ανάλογο με την εξουσία του (ποδήρεις χιτώνες για τους βασιλιάδες, αγρηνόν για τους μάντεις). Τα κουστούμια ήταν για οπτικούς και λειτουργικούς ρόλους εξογκωμένα, έτσι ώστε οι ήρωες να είναι επιβλητικοί. Τα προσωπεία, πήλινα ή δερμάτινα, έντονα ζωγραφισμένα χωρίς να αποδίδουν διάφορους χαρακτήρες του ίδιου προσώπου, χρησίμευαν αφενός στην εξιδανίκευση των ηρώων αφετέρου στην γέννηση κατάλληλων συναισθημάτων των θεατών. Επίσης, διευκόλυναν «την εξαφάνιση της φυσιογνωμίας του ηθοποιού, ώστε να αναδειχθούν τα τυπικά γνωρίσματα του υποδυόμενου ρόλου» και έδιναν την δυνατότητα στον ηθοποιό να αλλάζει ρόλους σε ελάχιστο χρόνο χωρίς ν’ αλλάζει αμφίεση. Ακόμη φορούσαν υπερυψωμένα υποδήματα, τους κοθόρνους, που μπορεί να δυσκόλευαν το βάδισμα όμως έδιναν έναν τελετουργικό κινησιακό τύπο.
Ο Χορός παράλληλα με το τραγούδι χόρευε με εκφραστικές και μιμητικές κινήσεις. Η ενδυμασία τους ήταν απλούστερη απ' αυτή των υποκριτών. Μάλιστα ο Κ. Κουν χαρακτήρισε το χορό ως πρωταρχικό παράγοντα του αρχαίου θεάτρου, γιατί ως εκπρόσωπος της κοινής γνώμης και ουδέτερος παρατηρητής, προέβαλε τα πάθη των ηρώων και τα μηνύματα των ποιητών και διαμόρφωνε το λεκτικό, το ηχητικό και το νοηματικό πλαίσιο της παράστασης. Άλλοτε έπαιρνε και κάποιο χαρακτήρα, όμως πολλές φορές δεν είχε το θάρρος να στηλιτεύσει όπως πρέπει ένα ανοσιούργημα που ο ίδιος είχε παρατηρήσει. Επικεφαλής του χορού ήταν ο αυλητής, που με την συνοδεία αυλού πλαισίωνε την κίνηση και την όρχηση. Έμπαινε από την δεξιά πάροδο και μόνο ο κορυφαίος διαλεγόταν με τους υποκριτές.
Οι δραματικοί αγώνες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, γίνονταν με παλλαϊκή συμμετοχή. Κάθε χρόνο στο θέατρο του Διονύσου, συγκεντρώνονταν χιλιάδες Αθηναίοι κάθε ηλικίας. Το κράτος χορηγούσε στους φτωχούς πολίτες δωρεάν εισιτήρια ώστε να μπορούν να παρακολουθήσουν θέατρο που είχε παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό ρόλο. Οι πρώτες θέσεις, που ονομάζονταν προεδρίες ήταν προορισμένες για τους άρχοντες. Ο ιερέας του Διονύσου κατελάμβανε την κεντρικότερη και επισημότερη έδρα. Οι ραβδούχοι, κρατώντας ραβδιά, ήταν υπεύθυνοι για την ταξινόμηση των θεατών και την επιβολή της τάξης. Το αθηναϊκό κοινό ήταν πληροφορημένο για την υπόθεση του έργου αφού δύο μέρες πριν την παράσταση οι ποιητές σε ένα κλειστό θέατρο το Ωδείο, πραγματοποιούσαν τον προάγωνα. Ήταν ένα είδος διδασκαλίας, στην οποία οι ποιητές παρουσίαζαν τους συντελεστές και εξηγούσαν τους μύθους στο κοινό. Οι θεατές βρίσκονταν στο θέατρο από την ανατολή του ηλίου, που άρχιζαν οι παραστάσεις, ως αργά το βράδυ. Στην αρχή η είσοδος ήταν ελεύθερη, αργότερα όμως ο θεατρώνης εισέπραττε το σύμβολο, το αντίτιμο του εισιτηρίου. Το κοινό επικροτούσε, επιδοκίμαζε, ενώ αντίθετα όταν κάτι του φαινόταν άδικο τολμούσε να το κατακρίνει με δριμύτητα.

ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΙΚΩΝ

Όπως ξέρουμε τρεις ήταν οι τραγικοί ποιητές οι οποίοι με το έργο τους σημάδεψαν όλους τους αιώνες από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα. Όμως πριν από αυτούς, προηγήθηκαν σημαντικοί τραγικοί που μπορεί να γνωρίζουμε ελάχιστα αλλά αξίζει να τους θυμόμαστε αφού υπήρξαν οι προάγγελοι των μεγάλων τραγικών και οι θεμελιωτές της τραγωδίας. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους σπουδαιότερους από αυτούς.
Στην κορυφή των προδρόμων βρίσκεται ο Θέσπης. Χωρίς την συμβολή του δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την τραγωδία όπως πραγματικά είναι. Αυτός εισήγαγε τον πρώτο υποκριτή, πράγμα που σημαίνει ότι αν δεν υπήρχε υποκριτής οι τελετές θα περιείχαν μόνο τραγούδι και χορό και όχι απόκριση. Επομένως η τραγωδία δεν θα είχε γεννηθεί. Σ' αυτόν οφείλονται και άλλες καινοτομίες που κυρίως αφορούν την οπτική της παράστασης. Εκτός από την τρυγία, χρησιμοποιήθηκε ως μέσο μεταμφίεσης των υποκριτών το ψιμύθιο. Επιπλέον έγιναν μεταβολές στα προσωπεία, ο φλοιός ή τα φύλλα αντικαταστάθηκαν από λινό ύφασμα. Τέλος, τη θέση του τροχαϊκού τετραμέτρου πήρε το ιαμβικό τρίμετρο.
Μετά το Θέσπη αναφέρεται ο μαθητής του Χοιρίλος ο Αθηναίος, ο οποίος τελειοποιώντας τα προσωπεία εισήγαγε τη λαμπρή εμφάνιση των υποκριτών στη σκηνή. Η προσφορά του Πρατίνα του Φλειούσιου ήταν ανεκτίμητη. Υπήρξε ο εφευρέτης του σατυρικού δράματος, μία ανακάλυψη που βοήθησε στην εξέλιξη του δράματος και επηρέασε βαθύτατα την τραγωδία. Ακόμη ο Ρωμαίος ποιητής Έννιος, που γνώριζε άριστα την ελληνική γλώσσα, έγραψε τραγωδίες εμπνευσμένες από τους ελληνικούς μυθικούς κύκλους και θεωρήθηκε περισσότερο επικός ποιητής. Το ίδιο και ο Βιργίλιος που συνέθεσε την Αινειάδα κατά το πρότυπο της Οδύσσειας και της Ιλιάδας.
Ένας άλλος μαθητής του Θέσπη ο οποίος διακρίθηκε για την προσφορά του ήταν ο Φρύνιχος. Στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν γυναίκες ηθοποιοί αλλά τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονταν άντρες μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες. Ο Φρύνιχος ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τα γυναικεία πρόσωπα. Επίσης υπήρξε πρωτοπόρος και στα θέματα των τραγωδιών. Είχαν ως βάση τα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα ενώ όπως γνωρίζουμε μέχρι τώρα, τα θέματα ήταν παρμένα από την μυθολογία ιδίως από τους τρεις μυθικούς κύκλους (Θηβαϊκός, Αργοναυτικός και Τρωικός). Δύο τέτοιες τραγωδίες με υπόθεση από τα Μηδικά, ήταν η "Μιλήτου Άλωσις" και οι "Φοίνισσες". Η πρώτη που περιγράφει τον αφανισμό της Μιλήτου από τους Πέρσες, σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ήταν η αιτία που επιβλήθηκε πρόστιμο στον Φρύνιχο λόγω του ότι θύμισε στους Αθηναίους "οικεία κακά". Η δεύτερη, με την οποία ο ποιητής κέρδισε την πρώτη νίκη, είχε θέμα το θρίαμβο των Ελλήνων στην Σαλαμίνα, καθώς και την απήχηση που είχε στην Περσία.
Όλοι οι παραπάνω ποιητές αποδείχθηκαν αξιότιμοι. Το μόνο λυπηρό είναι ότι έχουν διασωθεί πολύ λίγα αποσπάσματα από τα έργα τους. Έτσι δεν μας επιτρέπεται να αξιολογήσουμε και να κατανοήσουμε πλήρως το μέγεθος της προσφοράς τους. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξαν οι πρόδρομοι της ακμής της τραγωδίας, ήταν αυτοί που προετοίμαζαν το έδαφος για να ανθίσει μία νέα μορφή τέχνης.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΟΙ ΤΡΑΓΙΚΟΙ:
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Τρεις ήταν οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Καθένας απ' αυτούς έχει να μας επιδείξει ένα διαφορετικό έργο γιατί οι συνθήκες που έζησαν και έδρασαν ήταν διαφορετικές. Γι' αυτό το λόγο θα τους μελετήσουμε χωριστά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γίνεται αξιοκρατική κατάταξη των έργων τους.

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

H ζωή του:
Ο Αισχύλος γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας καταγόμενος από την γενεά των Κοδριδών. Η καταγωγή του και το θρησκευτικό οικογενειακό του περιβάλλον επέδρασαν στο χαρακτήρα του πλουτίζοντάς τον με ήθος και ευσέβεια. Ο Συρακούσιος τύραννος Ιέρωνας τον κάλεσε στην Σικελία για να διδάξει. Απέκτησε μεγάλη φήμη που ξεπέρασε τα όρια της Αττικής. Πέθανε στην Γέλα της Σικελίας το 456 π.Χ. τόπος που είχε επισκεφτεί τρεις φορές. Πολέμησε στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Πλαταιές, με αυτοθυσία. Στη μάχη του Μαραθώνα, το 490 π.Χ. πληγώθηκε βαριά, ενώ ο αδελφός του Κυναίγειρος έπεσε ηρωικά στην μάχη. Από τα νεανικά του χρόνια έδειξε ενδιαφέρον για την ποίηση. Θεωρείται ένας από τους γνωστότερους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας αλλά και όλου του κόσμου.

Το έργο του:
Το έργο του ήταν πολύμορφο. Έγραψε ελεγείες και παιάνες, όμως γρήγορα αφοσιώθηκε στην τραγική ποίηση. Κέρδισε 13 νίκες από τις οποίες την πρώτη το 486 π.Χ. σε ηλικία 40 ετών. Από τις τραγωδίες, άρτιες σώθηκαν επτά: "Πέρσαι", "επτά επί Θήβας", "Ικέτιδες", "Προμηθεύς Δεσμώτης" και η τριλογία "Ορέστεια" (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες). Χαρακτηριστικά των έργων του ήταν η θρησκευτικότητα, η φαντασία, η φιλοσοφική σκέψη, και η γλωσσοπλαστική του ικανότητα (δυνατές εικόνες, τολμηρές μεταφορές, σχήματα λόγου, προσθήκη νέων λέξεων, μεγαλόπρεπες συλλήψεις). Οι μορφές του έχουν τιτανικές διαστάσεις. Θέτει τα προβλήματα που απορρέουν από το αυτεξούσιο, την ανθρώπινη βούληση και την πρωτοβουλία, καθώς και από την θεία πρόνοια σε συνδυασμό με την ανθρώπινη αλαζονεία. Στις Ικέτιδες, η σύγκρουση με τις Θείες δυνάμεις φυλάσσει τις μεγάλες αξίες (έθιμα, φυσικοί νόμοι, θεσμοί). Στους επτά επί Θήβας, οι θεοί τιμωρούν αυτούς που παρασύρονται στο μεθύσι της εξουσίας. Στους Πέρσες ο αλαζόνας ηγεμόνας συντρίβεται, ενώ στην Ορέστεια αναλύεται η πορεία του ανθρώπου από το πρωτόγονο, φυσικό, δίκαιο στο θετό, λογικό δίκαιο.
Η σημαντικότερη καινοτομία που ήταν η εισαγωγή του δεύτερου υποκριτή. Επιπλέον πρόσθεσε χορό, βελτίωσε τα σκηνικά, μείωσε τους άνδρες του χορού από 50 σε 12 και περιόρισε τα λυρικά μέρη δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στα επεισόδια.
Το έργο του υπήρξε πανανθρώπινο και γι' αυτό τιμήθηκε από την Αθήνα και μετά τον θάνατό του. Ενδείξεις τιμής ήταν η αναβίωση των τραγωδιών του και ο χάλκινος ανδριάντας στο θέατρο του Διονύσου.



ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Η ζωή του:
Γεννήθηκε στον Κολωνό της Αττικής το 496 π.Χ. Ως γιος εύπορου Αθηναίου, του Σοφίλου, έλαβε καλή ανατροφή και μόρφωση. Διδάχθηκε μουσική και μόλις σε ηλικία 15 χρόνων αναδείχθηκε κορυφαίος στο χορό των εφήβων. Είχε σωματική δύναμη και υπηρέτησε πιστά την πατρίδα του καταλαμβάνοντας στρατιωτικές, οικονομικές, θρησκευτικές και διπλωματικές θέσεις. Διατέλεσε στρατηγός στην εκστρατεία της Σάμου, ταμίας στην Αθηναϊκή συμμαχία, ιερέας και μέλος διπλωματικών αποστολών. Είχε πολλές γνωριμίες. Έζησε ήρεμα και πέθανε το 406 π.Χ. σε ηλικία 90 ετών, τιμημένος. Βέβαια και ο ίδιος δεν εγκατέλειψε ποτέ την Αθήνα, μάλιστα το έργο του "Οιδίπους επί Κολωνώ" την εξυμνούσε.

Το έργο του:
Έγραψε 123 τραγωδίες, από τις οποίες σώθηκαν επτά: "Αίας", "Αντιγόνη", "Τραχίνιαι", "Οιδίπους Τύραννος", "Οιδίπους επί Κολωνώ", "Ηλέκτρα", "Φιλοκτήτης" και ένα μέρος από το σατυρικό δράμα "Ιχνευταί". Έλαβε 24 βραβεία σε τριάντα περίπου δραματικούς αγώνες, με πρώτη την νίκη από τον Αισχύλο. Πρωταρχικό γνώρισμα στα έργα του είναι η ηθική τάξη. Οι ήρωες του δεν έχουν τις μυθικές διαστάσεις του Αισχύλου, ούτε το πάθος του Ευριπίδη. Είναι γενναίοι και παλεύουν αβοήθητοι, με ακλόνητη δύναμη εκτελώντας το καθήκον τους ακόμη και κάτω από άθλιες συνθήκες. Δεν είναι έρμαια της τύχης τους παρόλο που πέφτουν σε σφάλματα, αλλά έχουν ηθική ελευθερία και συνείδηση του χρέους τους. Όπως είπε ο Αριστοτέλης, παριστάνει τους ήρωες "οίους δει είναι". Οι δευτεραγωνιστές δεν ήταν αποφασιστικοί και υπερήφανοι, αλλά αδύναμοι και αμαθείς. Ο Σοφοκλής ψάχνει τα βαθύτερα αίτια των ανθρώπινων πράξεων. Σέβεται τις θρησκευτικές αντιλήψεις, άλλωστε στο έργο του οι θεοί συμβολίζουν την γαλήνη και την ευρωστία. Οι θεϊκοί νόμοι επικρατούν στους ανθρώπινους και η παρουσία του ανθρώπου είναι παροδική. Η ανυπέρβλητη πλοκή (συγκρούσεις, εναλλαγές, αναγνωρίσεις), η περίτεχνη δομή, η αρμονική έκφραση και η ποιητική ομορφιά δείχνουν ότι ανέβασε την τραγωδία στην ύψιστη τελειότητα. Η γλώσσα του ήταν η κλασσική αττική (λόγιες λέξεις)
Στα έργα του εκφράζονται τα αποτελέσματα, το μεγαλείο της κακομεταχείρισης, η αξιοπρέπεια και το μεγαλείο του κατεστραμμένου ανθρώπου, η θέση δίπλα στους θεούς ενός χτυπημένου από την μοίρα.
Μεταξύ των καινοτομιών του συγκαταλέγονται η αύξηση των χορευτών από 12 σε 15, η ελάττωση των χορικών, η αύξηση των διαλογικών μερών, η εισαγωγή του τρίτου υποκριτή, η τελειοποίηση της σκηνογραφίας με την χρήση των περιάκτων και η διάσπαση της ενιαίας τριλογίας σε τρία αυτοτελή δράματα.
Όπως ο Αισχύλος, έτσι και ο Σοφοκλής τιμήθηκε μετά το θάνατό του. Του απέδωσαν τιμές ήρωα και έστησαν στο θέατρο του Διονύσου έναν χάλκινο ανδριάντα προς τιμήν του.


ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Η ζωή του:
Γεννήθηκε στην Σαλαμίνα γύρω στο 480 με 485 π.Χ. Ήταν γιος του εύπορου κτηματία Μνήσαρχου, και έλαβε μεγάλη μόρφωση. Επηρεάστηκε από τον Ηρόδοτο, τον Φειδία, τον Αναξαγόρα και τους σοφιστές. Διατηρούσε την μεγαλύτερη βιβλιοθήκη, και συχνά έγραφε τα έργα του μόνος, κοντά στην θάλασσα. Ήταν κλειστός και ιδιόμορφος χαρακτήρας αλλά νοιαζόταν για την πατρίδα του. Αντιμετώπισε σκληρό ανταγωνισμό και ειρωνεία. Ο Αριστοφάνης τον διακωμώδησε, ενώ οι συμπολίτες του τον κατηγόρησαν ως ασεβή. Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του πήγε στην Πέλλα της Μακεδονίας στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου όπου και πέθανε το 406 π.Χ.

Το έργο του:
Έλαβε μέρος στους δραματικούς αγώνες το 455 π.Χ. και κέρδισε 4 νίκες (την πρώτη το 441 π.Χ.). Από τα 92 δράματα σώθηκαν τα 19: "Άλκηστις", "Μηδεία", "Ηρακλείδαι", "Ιππόλυτος", "Ανδρομάχη", "Εκάβη", "Ηρακλής μαινόμενος", "Ικέτιδες", "Ίων", "Ηλέκτρα", "Τρωάδες", "Ιφιγένεια η εν Ταύροις", "Ελένη", "Φοίνισσαι", "Ορέστης", "Ιφιγένεια η εν Αυλίδι", "Βάκχαι", το σατυρικό δράμα "Κύκλωψ" και ο "Ρήσος" που αμφισβητείται αν του ανήκει.
Η αξία των έργων του Ευριπίδη βρίσκεται στο εξής: ενώ ο Σοφοκλής παρουσίαζε τα πράγματα όπως πρέπει να είναι στο μέλλον και ο Αισχύλος όπως ήταν στο παρελθόν, ο Ευριπίδης απηχούσε τα προβλήματα του καιρού του, παρουσιάζοντας τα γεγονότα όπως πραγματικά είναι. Αναφέρθηκε στα ανθρώπινα πάθη, και χαρακτήρισε τους θεούς ανήθικους και αχάριστους. Γι' αυτό κατηγορήθηκε για αθεΐα. Είναι ρεαλιστής, νεωτεριστής και ορθολογιστής αλλά δεν καταφέρεται εναντίον της θρησκείας. Η αμφισβήτηση των μυθικών λαϊκών αντιλήψεων και η υψηλή του σύλληψη για έναν απρόσιτο θεό, μπορεί να έδωσαν αφορμή για επικριτικά σχόλια όμως δεν εμπόδισαν το χαρακτηρισμό του ως τραγικότατο και από σκηνής φιλόσοφο. Επιπλέον αναφέρθηκε στην θέση και στην υποκρισία των γυναικών αλλά κατέκρινε και τους άνδρες για την κακία και την υπεροψία τους. Τέλος ασχολήθηκε με τον πόλεμο και την απανθρωπιά.
Οι ήρωές του είναι καθημερινοί άνθρωποι, με πάθη και αδυναμίες. Μπροστά στο αδιέξοδο, είναι μόνοι τους και ευθύνονται για τις πράξεις τους. Δεν έχουν υπερφυσικές ιδιότητες και συντρίβονται. Τα θέματά του τα αντλεί από την πολιτική και την ηθική ζωή της εποχής του. Διαγράφει ρεαλιστικά τους χαρακτήρες. Παρότι θεωρείται κατώτερος ως προς την ποιητική τέχνη, αφού δεν φρόντιζε τόσο τη μορφή, με την τραγικότητα του κατόρθωνε να συναρπάζει.
Βασική καινοτομία του ήταν η εισαγωγή του από μηχανής θεού. Μονιμοποίησε τους μακρούς προλόγους, περιόρισε τα χορικά μέρη και αύξησε τις μονωδίες. Στη μελωδία και στο ρυθμό επηρεάστηκε από την ανατολή κάτι που έκανε τους σύγχρονούς του να τον κατηγορήσουν ως βάρβαρο.
Θεωρήθηκε ο πατέρας του δράματος και τιμήθηκε με 5 βραβεία και ένα μετά τον θάνατό του. Το έργο του ακολούθησαν τόσο οι Λατίνοι και οι Αναγεννησιακοί όσο και όλοι οι νεότεροι Ευρωπαίοι.


Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Η αρχαία τραγωδία δεν υπήρξε μία κοινή μορφή τέχνης, αλλά αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ηθικό δίδαγμα. Μέσα απ' αυτήν προβάλλονται οι υπέρτατες αξίες και διαφυλάσσονται τα υψηλότερα ιδανικά, γι' αυτό αποτελεί τον οδηγό του ανθρώπινου γένους όλων των εποχών.
Η καθολική εμβέλεια της τραγωδίας, οφείλεται στο ότι θέτει βασικά και επίκαιρα θέματα, ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά. Έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και τα προβλήματα που τον απασχολούν και προσπαθεί μέσα από συγκρούσεις και καταστάσεις να τον βελτιώσει και να καλυτερέψει την κοινωνία. Την ίδια ατομική και κοινωνική διάσταση παίρνουν η φιλοσοφία και η σοφιστική. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ ο Σοφοκλής επηρεάστηκε από τους σοφιστές, στην Αντιγόνη αποκαλύπτεται η επικινδυνότητά τους για την δημοκρατία.
Η τραγωδία έχει σκοπό να διδάξει τον άνθρωπο, ιδίως σε ζητήματα ηθικής. Μετά την ολοκληρωτική του συντριβή μετατρέπεται από αλαζόνα σε ταπεινόφρων, από δυνατό σε αδύναμο, από ευτυχή σε δυστυχή. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγαλύτερη προσφορά της τραγωδίας. Η μεταστροφή του τραγικού ήρωα από την υπεροψία στην ταπείνωση οδηγεί στην ύψωση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Το άτομο συνειδητοποιεί τις συνέπειες της αλαζονείας και της απληστίας, απαλλάσσεται από ψευδαισθήσεις και από την πλάνη του. Μαθαίνει ότι οι θεοί και το θείο δίκαιο προτάσσονται από το θετό δίκαιο και γίνεται ευσεβής και υπεύθυνος.
Το αντικείμενο της τραγωδίας είναι γενικότερα τα ηθικά διλήμματα, συλλογικού και ατομικού περιεχομένου. Συγκρούονται η δημοκρατία με την τυραννία, και οι αρχές τις οποίες ο καθένας πιστεύει και υπερασπίζεται. Έτσι προκύπτει ένα τραγικό δίλημμα: από την μία ο άνθρωπος είναι πολίτης και έχει την υποχρέωση να τηρεί τους νόμους της πολιτείας, από την άλλη είναι υπόλογος των θεών και τον δένουν στενοί οικογενειακοί δεσμοί. Θα πρέπει να σεβαστεί τους ανθρώπινους κανόνες ή τους άγραφους εθιμικούς νόμους; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα ταλαιπωρεί όλους τους τραγικούς ήρωες. Η εκτέλεση του ενός καθήκοντος αναιρεί το άλλο. Αν ο ήρωας υπακούσει στους θετούς νόμους θεωρείται σωστός πολίτης και απολαμβάνει τιμές από την πόλη του, όμως δεν κερδίζει την εύνοια των θεών και των συγγενών του. Αν υπερασπιστεί τον ηθικό νόμο και εκτελέσει το χρέος του προς το οικογενειακό του περιβάλλον περιφρονείται από την πολιτεία ως προδότης. Επομένως πρέπει να εξεταστεί η διαφορά μεταξύ φαινομενικής και πραγματικής δουλείας. Ενώ στην αρχή ο ιεραρχικά κατώτερος φαίνεται να είναι δούλος του ισχυρότερου, μετά την λύση του δράματος ο υπήκοος παρουσιάζεται δίκαιος και ελεύθερος.
Επιπλέον ο άνθρωπος πρέπει να βασίζεται στον ορθολογισμό και να μην επιδιώκει τα αδύνατα γιατί το υπερβολικά υψηλό φρόνημα έχει αξεπέραστες δυσκολίες. Όμως η ανάγκη τον ωθεί στην θυσία ενός αγαθού και στην προστασία ενός άλλου ανώτερης αξίας και διαχρονικής ισχύος. Αυτή όμως η απόφαση προεξοφλεί την καταστροφή. Μέσα από ηθικές ταλαντεύσεις και αφόρητη ψυχική πίεση ο ήρωας αντιτίθεται και αυτοκαταστρέφεται. Παρόλα αυτά δεν πεθαίνει, δεν χάνεται, αλλά παραδειγματίζεται και θεμελιώνει μια νέα ζωή που στηρίζεται στην πνευματική και ηθική ελευθερία. Τονίζεται ιδιαίτερα η προσωπική ευθύνη του ατόμου απέναντι στις επιλογές του. Ο άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει την ταπεινή του θέση μπροστά στους θεούς και να μην τοποθετεί τον εαυτό του έξω και πίσω απ' αυτούς.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος καταβάλλει μία επίπονη προσπάθεια για να συντηρήσει τις μεγάλες αξίες. Είναι όμως ένας πόνος και μία καταστροφή η οποία δεν έχει ως αποτέλεσμα το χαμό και την αποσύνθεση, αλλά την λύτρωση, την εξύψωση και την ανασύσταση της προσωπικότητας. Αξίζει όλοι εμείς οι σημερινοί άνθρωποι να λάβουμε το μήνυμα της τραγωδίας, να το ενσωματώσουμε στις κοινωνικές δομές και να το κάνουμε βίωμα σύμφωνα με το οποίο θα κρίνουμε και θα απαντάμε δυναμικά σε κάθε πρόκληση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου